- σωματικοῖς
- σωματικόςofmasc/neut dat pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
плътьскыи — (264) пр. 1.Относящийся к телу, телесный; физический: Гл҃ють ˫ако… троицѧ. ˫аже ѥсть вьсеи твари по ‹сѹ›щьствѹ невидима. плътьскыима очима бысть видѣтi. ѿ приходѧщиихъ въ гл҃ѥмоѥ. ѿ нихъ бестрастиѥ. (σαρκός) КЕ XII, 286а; жидове въ сѹботѹ и во… … Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)
σωματικός — ή, ό / σωματικός, ή, όν, ΝΜΑ [σώμα, σώματος] 1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή αρμόζει στο σώμα (α. «σωματική διάπλαση» β. «σωματικαὶ ἐργασίαι», πάπ. γ. «πόνοι σωματικοί», επιγρ. δ. «σωματικὰ ἔργα», Αριστοτ.) 2. αυτός που έχει σωματική, υλική… … Dictionary of Greek